Πως γίνεται η κλινική εκτίμηση των παιδιών;
Συνήθως, δεχόμαστε πρώτα τους γονείς, οι οποίοι μας εκθέτουν τους προβληματισμούς και τις ερωτήσεις τους σε σχέση με τη κατάσταση που τους προβληματίζει σχετικά με το παιδί τους.


Στην περίπτωση που οι γονείς είναι χωρισμένοι ή έχουν πεθάνει, δεχόμαστε αυτόν που έχει την επιμέλεια του παιδιού.


Η πρώτη συνεδρία αφιερώνεται στο να κατανοήσουμε τις τρέχουσες δυσκολίες του παιδιού και να ανιχνεύσουμε το ιστορικό του (έναρξη της διαταραχής, εξέλιξη, επιπτώσεις στο περιβάλλον).
Θεωρούμε πως οι γονείς, ο ψυχολόγος και το παιδί -αν συμμετέχει- είναι ίσοι προς ίσους: στόχος είναι να καταλάβουμε όλοι, τι προσπαθεί να εκφράσει το παιδί (που το ίδιο μπορεί να αγνοεί), σε τι εξυπηρετεί η συμπεριφορά του και πως νιώθει το καθένα. Η προσέγγιση μας δεν είναι να κρίνουμε τους γονείς ή το παιδί.


Από την πρώτη συνεδρία, μπορεί να γίνει παραπομπή σε άλλους ειδικούς (λογοθεραπευτή, παιδοψυχίατρο, ειδικό παιδαγωγό)
Ορίζεται αριθμός συνεδριών για την εκτίμηση του παιδιού και ο τύπος της εκτίμησης, ανάλογα με τις δυσκολίες του παιδιού (π.χ. ψυχοπαιδαγωγική, συναισθηματική).


Στις συνεδρίες εκτίμησης το παιδί είναι μόνο του, του παρέχεται όλο το υλικό, οι δοκιμασίες και τα τεστ, του αφιερώνεται όσος χρόνος του χρειάζεται, καθώς και ένα φιλικό περιβάλλον για να μπορέσει να εκφράσει τις δυσκολίες και τις δυνατότητές του.


Παραδίδεται στους γονείς γραπτή έκθεση της εκτίμησης του παιδιού, η οποία και παρουσιάζεται προφορικά τόσο στους γονείς όσο και στο παιδί το ίδιο.


Γίνονται προτάσεις βοήθειας και -αν κρίνεται σκόπιμο- μπορεί να προταθεί παραπομπή για περαιτέρω εκτίμηση.